Ήταν ένα σαββατόβραδο στο Ζιγκινσόρ, πρωτεύουσα της επαρχίας Κασαμάνς στην νότια Σενεγάλη. Βρισκόμουν στον περιποιημένο κήπο κάποιου ξενοδοχείου και αργόπινα μία σενεγαλέζικη μπίρα Gazelle. Η περίσταση ήταν ιδιαίτερα ευάρεστη. Το μόνο που έλειπε για να εξυψωθεί πλησιέστερα στην ιδεατότητα ήταν μία ενδιαφέρουσα παρέα.
Τότε άκουσα την στραβή πόρτα του παραδιπλανού δωματίου να ανοίγει τρίζοντας απότομα. Και είδα έναν ψηλό, λευκό, ηλικιωμένο άνδρα να βγαίνει ντυμένος με μία ανάλαφρη κελεμπία. Τα πράσινα μάτια του συνάντησαν αμέσως τα δικά μου. Σε αυτά διέκρινα μία θρασεία περιφρόνηση κάποιας εσωτερικής αγωνίας που τού ταλάνιζε την ψυχή. Εξίσου θρασύ με το βλέμμα του ήταν και το βάδισμά του, καθώς σταθερά και ανενδοίαστα έθεσε ευθεία πορεία προς το τραπέζι μου. Δίχως να συστηθεί ή να ζητήσει άδεια, κάθισε και μίλησε…
Το παρόν διήγημα είναι απόσπασμα από το βιβλίο μου «Κοσμογυρίζοντας», στο οποίο αφηγούμαι κάποιες από τις πιο αξιοϊστόρητες εμπειρίες που βίωσα κατά την διάρκεια της νομαδικής μου ζωής.
«Πρέπει να ξεκουμπιστώ από τούτο το αναθεματισμένο μέρος επειγόντως! Κάνει πολλή ζέστη, και όλος ο σκατότοπος βρομάει και είναι γεμάτος σκουπίδια. Μα έχω ξεμείνει από μετρητά. Έχω δολάρια, αλλά οι τράπεζες δεν ανοίγουν μέχρι την Δευτέρα. Δεν έχεις ιδέα πού θα μπορούσα να τα αλλάξω σήμερα;» εξήγησε το πρόβλημά του σε ευφραδή αγγλικά με έντονη σλαβική προφορά.
Τον συμβούλευσα να βγει να ρωτήσει στην τύχη—σε ξενοδοχεία, καταστήματα, οποιονδήποτε στους δρόμους—προσφέροντας δελεαστική ισοτιμία. Και το έκανε…
Επέστρεψε σε μισή ώρα. Δεν τα είχε καταφέρει, και ξεστόμισε άφθονες κατάρες σχολιάζοντας την αποτυχία. Τού πρότεινα να πάει να πάρει μια μπίρα, και ευπείθησε, πεταγόμενος στο μπαρ και γυρνώντας εντός στιγμών με δύο Gazelles. Κατά την πόση αυτών και των επομένων, εγώ προσπαθούσα να αποσπάσω και αυτός διηγείτο πρόθυμα την ιδιάζουσα ιστορία της ζωής του…
Γεννήθηκε το 1948 στα περίχωρα της Βαρσοβίας και μεγάλωσε κατά το μεσουράνημα της κομμουνιστικής Πολωνίας. Από εκείνες ήδη τις ημέρες της νιότης του, η ύπαρξή του ολόκληρη επικεντρώθηκε σε αυτό που έμελλε μετέπειτα να την μονοπωλήσει: γυναίκες—ή πιο συγκεκριμένα, με τα δικά του λόγια: «τον θησαυρό ανάμεσα στα πόδια των».
«Γκόμενες, γκόμενες, γκόμενες… είχα τότε αμέτρητες· τέσσερις συγχρόνως πριν φύγω. Έπρεπε να βρίσκομαι με όλες κάθε μέρα. Κουράστηκα. Οπότε σκέφτηκα: Ας πάω στην Δύση να δω τι παίζει κι εκεί.»
Κατάφερε να βγάλει διαβατήριο και έφυγε για Λονδίνο, όπου γύρευσε και κέρδισε άσυλο. Δεν ξαναγύρισε στην πατρίδα του μέχρι που έπεσε ο Κομμουνισμός. Έχοντας κλείσει χρόνο στην Αγγλία, μπάρκαρε τελικά σε καράβι και έφτασε σε λίγες εβδομάδες στην Αυστραλία. Εκεί πέρασε λίγα έτη δουλεύοντας σε ορυχεία και οικοδομές, ωσότου τού πρότεινε ένας φίλος: «Γιατί δεν πας στον ψυχίατρο να πάρεις καμια-άδεια;»
Επέδειξε πώς πήγε η συζήτηση με τον τρελογιατρό. Δεν ήταν συζήτηση με την συνήθη έννοια του όρου, αλλά μάλλον η από μεριάς του άρθρωση ασυνάρτητων λέξεων αναμεμειγμένων με λοιπούς, άναρθρους, φρικιαστικούς ήχους, και η ανταπόκριση του ανδρός στην άλλη μεριά του γραφείου με την υπογραφή μίας εξάμηνης αναρρωτικής άδειας.
«Μόλις είχα βρει το κόλπο!» αναφώνησε συγκινημένος. Υποστήριξε πως ουδέποτε έκτοτε ξαναδούλευσε στην ζωή του. Αλλά έζησε τρεισήμισι δεκαετίες στην αυστραλιανή κοινωνική πρόνοια, ώσπου πρόσφατα έβγαλε μία παχυλή αυστραλιανή σύνταξη.
Λέγοντας ότι δεν δούλευσε, ωστόσο, εννοούσε σε νόμιμη, φορολογούμενη εργασία. Καταπιάστηκε με διάφορα εναλλακτικά επαγγέλματα. Ένα από τα πιο κερδοφόρα ήταν το λαθρεμπόριο χρυσού από το Χονγκ Κονγκ στην Ινδία. Ολοκλήρωσε επιτυχώς κάμποσες διαδρομές προτού τελικά συλληφθεί στο αεροδρόμιο του Νέου Δελχίου. Το ενάμισι κιλό χρυσού που οι τελωνειακοί εντόπισαν κρυμμένο στην κούφια κάμερά του τού στοίχισε εξάμηνη ποινή φυλάκισης.
Δεν βρήκε τις συνθήκες διαβίωσης στο ινδικό κάτεργο εξαιρετικά αντίξοες. Περιέγραψε τους Ινδούς φυλακόβιους ως φιλήσυχα ατομάκια. Εκτός αυτών, είχαν επιπλέον και αρκετούς Ευρωπαίους και λοιπούς διεθνείς κρατουμένους, οι οποίοι επίσης βρίσκονταν εκεί κυρίως για λαθρεμπόριο: χρυσάφι, ηρωίνη, ηλεκτρονικά… Εξαίρεση αποτελούσε ο διαβόητος κατά συρροήν δολοφόνος Charles Sobhraj που έμενε στο διπλανό κελί (ο οποίος είχε σκοτώσει τουλάχιστον μια ντουζίνα τουρίστες στην Ασία την δεκαετία του 1970). Το ότι όφειλε να μοιράζεται ένα άθλιο κελί με μια-ογδονταριά ακόμη άνδρες και πολλαπλώς περισσότερους αρουραίους και κατσαρίδες, αν και όχι ευχάριστο, τού ήταν υποφερτό.
Όταν αποφυλακίστηκε, βρέθηκε στην δύσκολη θέση του να είναι ινκόγκνιτο στην Ινδία. Το διαβατήριό του είχε κατασχεθεί και ποτέ δεν επεστράφη. Και σαν να μην έφτανε αυτό—για κάποιον λόγο που δεν καλοκατάλαβα—η αυστραλιανή πρεσβεία στην Ινδία αδυνατούσε να τού εκδώσει καινούργιο και τον προέτρεψε να περάσει στο Νεπάλ λαθραία και να το βγάλει στην εκεί πρεσβεία. Έτσι ισχυρίστηκε πως έπραξε μαζί με έναν ακόμη τύπο από την Ανατολική Γερμανία που αντιμετώπιζε το ίδιο πρόβλημα. Ταξίδευσαν με τρίκυκλα και λεωφορεία μέχρι τα σύνορα, διέσχισαν αυτά την νύχτα μέσα απ’ τα χωράφια, και κατέληξαν στο Κατμαντού με νέα διαβατήρια.
Νοστώντας στην Αυστραλία μετά από αυτήν την περιπέτεια, δέχθηκε το πιο βάναυσο πλήγμα που η ζωή τού είχε επιφυλάξει… Ένας γκόμενος είχε μετακομίσει στο σπίτι του μαζί με την γυναίκα του.
Το ότι τον απατούσε δεν ήταν νέο. Αυτό συνέβαινε τακτικά αποτότε που παντρεύτηκαν—μία φορά, επανεισβαίνοντας σπίτι για τα κλειδιά του αυτοκινήτου που είχε ξεχάσει, τσάκωσε στα-πράσα έναν γαμιά που είχε μπουκάρει δευτερόλεπτα μετά την έξοδό του. Το νέο τώρα ήταν πως αμετάκλητα τον έδιωχναν από το σπίτι και τον χώριζαν από τις δύο του κόρες. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτε περί αυτού. Ο νόμος αποτελούσε ανυπέρβλητο εμπόδιο ανάμεσα σε αυτόν και την οικογένειά του.
Ολοκλήρωσε την αφήγηση με ένα μακρόσυρτο και φλογερό κήρυγμα που κατηγορούσε το νομικό σύστημα της Αυστραλίας και εξυμνούσε κάποια υποτιθέμενη αλλοτινή εποχή κατά την οποία θα μπορούσε να σφάξει τους εραστές της γυναίκας και των κορών του χωρίς συνέπειες. Παρότι είχαν περάσει πολλά χρόνια, η πίκρα του συμβάντος προφανώς ακόμη φώλιαζε βαθιά μέσα στις σκέψεις του.
Εξακολουθώντας να συζητούμε το θέμα, δεν φάνηκε να κατανοεί την ιδέα μου: ότι το να παντρευτεί μία μετά βίας ενήλικη, δεκαπέντε χρόνια νεότερή του, τυχαία Φιλιππινεζούλα που γνώρισε στους δρόμους της Μανίλας και δεν μιλούσε γρυ αγγλικά μόνο-και-μόνο επειδή ήταν «πολύ όμορφη» εξαρχής δεν ήταν σοφή επιλογή. Ωστόσο, καταλάβαινε καλούτσικα και παραδέχτηκε ότι τα οικογενειακά προβλήματα που αντιμετώπιζαν οφείλονταν πρωτίστως στην δική του εφάμαρτη συμπεριφορά· αφού, κατά τον έγγαμο βίο του, περνούσε κατ’ ελάχιστον ένα δεκάμηνο τον χρόνο ταξιδεύοντας στον κόσμο και διακοπεύοντας σε μπουρδέλα, δίχως να μπαίνει ποτέ στον κόπο να δώσει σημάδι ζωής στο σπίτι.
Είπε πως πλέον είχε τέσσερα χρόνια να πλαγιάσει με γυναίκα, διότι εν τέλει άρχισε να τις περιφρονεί μετά από τις απανωτές δοκιμασίες που υπέστη για χατίρι των—αλλά θα μπορούσε κανείς να υποψιαστεί και άλλους λόγους βιολογικής φύσεως. Οι συναισθηματικές του, ωστόσο, ανάγκες επέμεναν ως ανέκαθεν.
Ομολόγησε πως εισέτι αναζητούσε σύζυγο και αδελφή ψυχή. Μα με κοίταξε χλευαστικά σαν τον ρώτησα αν, για παράδειγμα, έψαχνε καμια-Πολωνέζα στην ηλικία του.
«Σοβαρολογείς;! Στην ηλικία μου;! Είμαι εβδομήντα χρονών! Οι εβδομηντάρες είναι άσχημες… Κοίτα με! Είμαι γέρος! Κι εγώ είμαι άσχημος… Αλλά τουλάχιστον μπορώ να αποφεύγω να βλέπω τον εαυτό μου στον καθρέφτη… αυτήν, όχι!»
Βυθίστηκε για λίγο σε περίσκεψη…
«Μα ξέρεις τι…; Σκέφτομαι και κάτι ακόμη: Θα μπορούσα να αγοράσω ένα τροχόσπιτο στην Πολωνία και να ζήσω εκεί μονάχος το υπόλοιπο της ζωής μου… Ή όχι, θα πάρω και δύο σκυλιά… Ναι, αυτό θα κάνω… Αυτό πρέπει να κάνω».

