Ήταν εκείνη η παντέρμη, νεκρική γη που απλωνόταν ολόγυρά μάς· και οι νέοι επιβάτες που είχαν ανέβει Ήταν εκείνη η παντέρημη, νεκρική γη που απλωνόταν ολόγυρά μας· και οι νέοι επιβάτες που είχαν ανέβει στο λεωφορείο ενώ κοιμόμουν, των οποίων η όλη εμφάνιση μού θύμιζε κάτι σε επαναστάτες του 1821… που μού εσήμαναν πως είχαμε αφιχθεί σε έναν καινούργιο, παράξενο κόσμο σαν άνοιξα τα μάτια μου εκείνο το πρωί. Σύντομα θα προσεγγίζαμε την Ιαϊσαλμέρη: την χαμένη μέσα στα βάθη της ερήμου Ταρ, δυτικότερη πόλη της Ινδίας.
Ήμουν κουρασμένος από το μαραθώνιο ταξίδι. Όταν τελικά το λεωφορείο έμπαινε στον πρόχειρο σταθμό στα περίχωρα της πόλης, ανυπομονούσα να εξέλθω και να αφήσω τον πρώτο κράχτη που θα πετύχαινα να με φέρει σε κάποιο δωμάτιο. Δεν πρόλαβα όμως…
Το παρόν διήγημα είναι απόσπασμα από το βιβλίο μου «Κοσμογυρίζοντας», στο οποίο αφηγούμαι κάποιες από τις πιο αξιοϊστόρητες εμπειρίες που βίωσα κατά την διάρκεια της νομαδικής μου ζωής.
Πριν καλά-καλά ακινητοποιηθεί το όχημα, μού την έπεσε από δίπλα ο εισπράκτορας, που τα είχε φαίνεται τακιμιασμένα με κάποιον από τους κράχτες που ήταν συνωστισμένοι απέξω, και ψιθυριστά στο αφτί μού έριξε μία δελεαστική προσφορά για ένα δωμάτιο στο δίευρο. Έτσι λοιπόν, αγνοώντας τους υπολοίπους, σύντομα ήμουν μέσα στο τρίκυκλο του κράχτη εκείνου και οδεύαμε προς το ξενοδοχείο της κλεφτουριάς.
Ενεός αγνάντευσα την αγαστή πολιτεία από την ταράτσα του ξενοδοχείου. Τα δομημένα με κιτρινωπά πετρώματα της ερήμου κτίρια της Ιαϊσαλμέρης λαμποκοπούσαν ως χρυσός υπό τον δριμύ πρωινό ήλιο. Μόνο λίγες μαντιλοφόρες γυναίκες και ισχνές αγελάδες διέβαιναν νωχελικά το αμμοσκέπαστο δρομάκι αποκάτω. Το μέγα φρούριο, πέρα, περίοπτο επί του υψηλού βράχου καταμεσής του οικισμού, έσφυζε από ζωή. Παιδιά επεδίδοντο σε θορυβοποιά παιχνίδια ανά τις επάλξεις των τειχών του· πλουμιστές μπουγάδες κρέμονταν από τα καστέλλια του. Κάπως έτσι πρέπει να έμοιαζε και η Αθήνα επί τουρκοκρατίας.
Σε εκείνη την ταράτσα πήρα να γνωρίζω έναν-έναν τους ομοιάζοντες αρματολούς τύπους που συντηρούσαν το ξενοδοχείο. Πόσοι να ήταν, δεν έβγαλα άκρη. Πόσους είχα δει, κι-όλο έβλεπα κιάλλους. Πολλοί έμοιαζαν τόσο εκπληκτικά μεταξύ των, που μέχρι να τους πετύχω κάπου ταυτοχρόνως θα ορκιζόμουν πως ήταν ένας. Άλλοι πήγαιναν, άλλοι έρχονταν… Είχα χάσει την μπάλα.
Το ξενοδοχείο, εκτός από επιχείρηση, πρέπει πρωτίστως να ήταν λημέρι και αρχηγείο των στην πόλη. Εκτός από τουρισμό, πρέπει να καταγίνονταν με λογιών-λογιών μπίζνες. Νομίζω πως είχαν και ανοιχτές διαμάχες με άλλες φατρίες· για τις οποίες όλες κάθε οικονομική δραστηριότητα στην πόλη αποτελούσε πεδίο έριδας. Κάθε νύχτα, ενόσω οι υπόλοιποι μεθοκοπούσαν και ταβλιάζονταν κατάχαμα στην ταράτσα, κάποιος έμενε πάντοτε νηφάλιος και ξάγρυπνος να κρατάει σκοπιά.
Ενεργούσαν όλοι κατ’ εντολή του οπλαρχηγού. Έκανε μπαμ με-την-μία. Εν αντιθέσει με όλους τους άλλους που κυκλοφορούσαν πάντοτε με σανδάλια, ήταν ο μόνος που φορούσε παπούτσια—από εκείνα τα αστεία με την κυρτή μύτη σαν του Αλαντίν. Συνήθως ήταν ντυμένος με ένα λευκό σαλβάρι και ένα κατράμι-μαύρο υποκάμισο. Από τα αφτιά του κρέμονταν δύο μεγάλοι χρυσοί κρίκοι—θαρρώ ο καθείς θα ζύγιζε ίσαμε μία μεγάλη τομάτα. Όλα του τα δάκτυλα έφεραν πολλαπλά πετράδια με χρώματα που κάλυπταν ολόκληρο το φάσμα της ίριδας. Διατηρούσε μουστάκι ολόιδιο με του Ανδρούτσου.
Ήταν τύπος φειδωλός σε λόγια και εμφανίσεις. Καθόταν συνέχεια σε εκείνη την πολυθρόνα, πίσω από ένα βαρύ έδρανο, στην γωνία του σκοτεινού δωματίου παρά την κυρία είσοδο του λημεριού, και παρατηρούσε τους μπαινοβγαίνοντες από την μισάνοιχτη πόρτα και την κίνηση στον δρόμο από μία σχισμή στην κουρτίνα δίπλα του. Παρότι γνώριζε σχετικά καλά αγγλικά, σπάνια έλεγε τίποτε στους πελάτες του· μόνο χαμογελούσε πονηρά σε όποιον εισερχόταν.
Εκτός απ’ τον οπλαρχηγό, ένας μόνο ακόμη γνώριζε αγγλικά. Ένας-και-μόνο-ένας ήταν που, του οπλαρχηγού απουσιάζοντος, θα κατελάμβανε προσωρινά την πολυθρόνα του, και θα έριχνε και τις ποδάρες του πάνω στο έδρανο. Το πρωτοπαλίκαρο—ένα ψηλό, ευτραφές, και ξυρισμένο παιδί στα ύστερα-είκοσι—ήταν με διαφορά η μεγαλύτερη περιπτωσάρα απ’ όλο το λεφούσι εκειμέσα. Λόγω των οξέων του επικοινωνιακών ικανοτήτων, ανελάμβανε να ψήνει τους πελάτες. Γλώσσα δεν έβαζε μέσα του· σαν να τού την τραβούσε κάποιος έξω με το τσιγκέλι ένα πράμμα.
Ήταν γνωστός με πολλά ονόματα… Τον είχα ακούσει να συστήνεται ως Πάμπλο σε έναν Ισπανό, ως Τζιοβάνι σε έναν Ιταλό, ως Τσάρλι σε έναν Άγγλο, και πάει-λέγοντας… Σε εμένα δεν συγκράτησα πως είχε συστηθεί—δεν γνώριζε κανένα ελληνικό όνομα. Στο μυαλό μου μια-φορά είχε μείνει ως ο παραμυθάς. Το τι έλεγε δεν υπάρχει!
Με ρωτάει ο Ιταλός σε μία φάση: «Έχεις δει την Ιταλίδα;»
«Ποια Ιταλίδα;» τού κάνω. «Είμαι τρεις ημέρες εδώ. Δεν έχω δει καμία Ιταλίδα.»
Έτσι τού είχε πει ο Τζιοβάνι στον σταθμό για να τον ψήσει να έλθει μαζί του, καταλάβαμε τότε. Και πετάγεται και ο Άγγλος: «Είναι ή δεν είναι εδώ μία Αγγλίδα;»
Το άλλο πάλι, κάθε-που έκανες να βγεις στην πόλη, σε έπαιρνε χαμπάρι σαν να είχε βαλμένο αισθητήρα στην έξοδο και έτρεχε να σε νουθετήσει: «Καλύτερα μην πας έξω. Μείνε εδώ. Ή αν πας να προσέχεις μην σε παρασύρουν. Μην εμπιστεύεσαι κανέναν. Είναι κακοί άνθρωποι εκειέξω. Μην τών μιλάς…» Φοβόταν μην φας έξω και χάσει τα λεφτά από την κουζίνα· και τον καφέ ακόμη.
Το ωραίο ήταν πάλι όταν έπιανε την κλάψα: «Μας μισούν όλοι στην πόλη επειδή είμαστε από κατώτερη κάστα και έχουμε ανέβει. Κάνουν το παν για να μας ρίξουν. Όλοι κωλυσιεργούν εναντίον μας με κάθε τρόπο», και ούτω καθεξής… Πράγμα που βεβαίως δεν μού εδόκει καθόλου απίθανο να ίσχυε όντως—να έλεγε και μία φορά την αλήθεια—μα όπως-και-να-‘χε, αλήθεια ή ψέματα, σκοπός του ήταν να τον λυπηθείς, να φας εκεί, και να τού στείλεις ίσως και καναν-πελάτη ακόμη. Να άκουγες μόνο συναίσθημα και παράπονο…
Τα καλύτερα πάντως τα άκουγες τα βράδια, ιδίως μετά το τρίτο-τέταρτο ποτήρι ουίσκι… Τότε πλέον τα ψέματα που έλεγε δεν αποσκοπούσαν σε κανένα απτό κέρδος· νέτα-σκέτα παραμύθια… Είχε, λέει, μερσεντές στο χωριό του. Είχε σπίτι στο Παρίσι. Είχε πάει με διακόσιες-εξηνταδύο—μετρημένες παρακαλώ!—Ευρωπαίες, χώρια Αμερικάνες και Ασιάτισσες. Και όλο έλεγε…
