Τελικά διανυκτερεύσαμε σε μία κατασκήνωση κοντά στην πόλη Νάτα, απ’ όπου το επόμενο πρωί συνεχίσαμε την πορεία μας, στραμμένοι πλέον προς τον βορρά. Κατά το μεσημεράκι φτάσαμε στο βορειοανατολικό άκρο της χώρας, όπου ευρίσκεται το Εθνικό Πάρκο Τσόμπε. Κατασκηνώσαμε, και μετά από την απαραίτητη μεσημβρινή ανάπαυση, κινήσαμε προς την όχθη του ποταμού Τσόμπε που διαρρέει το ομώνυμο πάρκο.
Το παρόν διήγημα είναι απόσπασμα από το βιβλίο μου «Από το Κέιπ Τάουν στην Αλεξάνδρεια», στο οποίο αφηγούμαι ένα μοναχικό μου ταξίδι κατά μήκος της Αφρικής και αποτυπώνω, σοβαρά μεν, γλαφυρά δε, την ετερόμορφη και ιδιάζουσα αφρικανική πραγματικότητα.

Εκεί επιβιβαστήκαμε σε ένα από τα πολυάριθμα κρουζοποταμόπλοια για μία ολιγόωρη περιήγηση. Πιάσαμε μια καλή γωνία στο κατάστρωμα· ανοίξαμε το μπυροκάσονο που είχαμε νωρίτερα προμηθευτεί· και μείναμε για το επόμενο τρίωρο, μέχρι το ηλιοδύσιο, να θαυμάζουμε αποχαυνωμένοι την υπεραφθονία των αγρίων ζώων που περιφέρονταν μέσα και έξω από το νερό. Κάποια εξ αυτών, όπως οι ιπποπόταμοι και οι ελέφαντες, μετρούσαν κυριολεκτικά εκατοντάδες.
Όταν πια ο ήλιος είχε πέσει, και το μπυροκάσονο αδειάσει, αποβιβαζόμασταν πίσω στην όχθη. Γυρίσαμε στην κατασκήνωση, και μετά από ένα ωραίο δείπνο και άλλο ένα μπυροκάσονο, ξεραθήκαμε όλοι στον ύπνο. Αυτή θα ήταν και η τελευταία μας νύχτα στην Μποτσουάνα. Το επόμενο πρωί ξεκινούσαμε προς τα σύνορα της Ζιμπάμπουε που ευρίσκονταν μόλις καμμια-ωρίτσα μακριά.

